Wheat Ears-Selected Poems


You step in it and dream

of majesty and lofty deeds

and you

paint its inside walls red

and the outside in whitewash

to reflect translucent auras

your musings, ice crystals

you invite friend to share

wisdom, maturity, faith

as the whole world

fits in it while you stick out


she embraced the ferryman

on her way across the water

you call it your house though

it is everyone else’s


Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Η ξανθιά κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε καχύποπτα

και περίμενε να πληρώσω το λογαριασμό. Την τελευταία

φορά που εξομολογήθηκες πόσο σου ζήτησε ο παπάς,

αναρωτήθηκα κι αφήνοντας τις δυο σακούλες με τα ψώνια

άρχισα νευρικά τις τσέπες μου να ψάχνω ενώ ο γέρος

πίσω μου γέλασε μια μπόχα κρασιού ανακατεμένη με

καλοσύνη που η ματιά της ξανθιάς με είχε κιόλας

αναλύσει και μ’ είχε βρει πτωχό. Κι εγώ συνέχισα

το ψάξιμο λέγοντας στον γέρο πίσω μου,

‘κάθε φορά το ίδιο μου συμβαίνει’, τόσο απλό χαμόγελο

κι απλή η δυσωδία αλκοόλ κι η καλωσύνη και καν

δεν ήξερα ο άνθρωπος πίσω μου πως ήτανε κωφάλαλος

όμοια με τη συννεφιασμένη μέρα.

~Μου αρέσουν όλοι όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί αυτοί

  λατρεύουν και ποθούν το πέρασμα στην άλλη όχθη.


The blonde female cashier looked at me suspiciously

and waited for me to pay my bill; how much

the priest charged you when you had your last

confession, I mentally questioned, while I placed

the two bags on the counter nervously searching

my pockets while the old man behind me smiled,

stench of his breath reminded me of wine mixed

with compassion and the blonde cashier had already

figured I was as poor as a door nail. While carrying on

with my search I said to the old man, ‘it happens to me

every time’, so simple, his smile, the alcohol stench,

the compassion I returned the smile no idea the man

behind me was as deaf as my somber day.


Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Tasos Livaditis

ΟΤΑΝ, τέλος, ήρθαν οι αγγελιοφόροι, τους βάλαμε να διηγηθούν

      καταλεπτώς τα πράγματα

δε χωρούσε αμφοιβολία, όλα είχαν χαθεί. Δεν είχαμε ούτε σπίτι πια

      ούτε τιμή.

Οι γυναίκες έκλαψαν, όπως πάντα, κι όπως πάντα οι άντρες

σκυμμένοι κοίταζαν το χώμα. Και μόνον ο τυφλός χαμογελούσε

καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ’ τη ματαιότητα

μες στο σκοτάδι.

WHEN finally the messengers came we asked them to narrate

     the events in detail;

there was no doubt everything was lost. We had neither home

     nor honor.

The women cried, as always, and as always men stooped and

gazed the earth. And only the blind man smiled as his wise

staff led him into the darkness and beyond futility.