Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Η ξανθιά κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε καχύποπτα

και περίμενε να πληρώσω το λογαριασμό. Την τελευταία

φορά που εξομολογήθηκες πόσο σου ζήτησε ο παπάς,

αναρωτήθηκα κι αφήνοντας τις δυο σακούλες με τα ψώνια

άρχισα νευρικά τις τσέπες μου να ψάχνω ενώ ο γέρος

πίσω μου γέλασε μια μπόχα κρασιού ανακατεμένη με

καλοσύνη που η ματιά της ξανθιάς με είχε κιόλας

αναλύσει και μ’ είχε βρει πτωχό. Κι εγώ συνέχισα

το ψάξιμο λέγοντας στον γέρο πίσω μου,

‘κάθε φορά το ίδιο μου συμβαίνει’, τόσο απλό χαμόγελο

κι απλή η δυσωδία αλκοόλ κι η καλωσύνη και καν

δεν ήξερα ο άνθρωπος πίσω μου πως ήτανε κωφάλαλος

όμοια με τη συννεφιασμένη μέρα.

~Μου αρέσουν όλοι όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί αυτοί

  λατρεύουν και ποθούν το πέρασμα στην άλλη όχθη.


The blonde female cashier looked at me suspiciously

and waited for me to pay my bill; how much

the priest charged you when you had your last

confession, I mentally questioned, while I placed

the two bags on the counter nervously searching

my pockets while the old man behind me smiled,

stench of his breath reminded me of wine mixed

with compassion and the blonde cashier had already

figured I was as poor as a door nail. While carrying on

with my search I said to the old man, ‘it happens to me

every time’, so simple, his smile, the alcohol stench,

the compassion I returned the smile no idea the man

behind me was as deaf as my somber day.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s