Tasos Livaditis – Selected Poems

Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ

     Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα

μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να

μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι του δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’

την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν

πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’

την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-

γη του σταθμού,

     κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί

μ’ έβλεπαν.

THE SIXTH DAY

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;

she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this

to us” she said; at the far end pale workers put together the big

stage of the circus

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street

     my young cousin was almost dead when I pushed her behind the

closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like

a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the

closet, half eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation

     pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof

of the station

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

H Διεθνής

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

544673_635535819797313_1371713717_n

Eμπρός της γης οι κολασμένοι,
της πείνας σκλάβοι, εμπρός, εμπρός,
το δίκιο απ’ τον κρατήρα βγαίνει
σαν βροντή, σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια,
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς.

Pεφραίν
Στον αγώνα ενωμένοι κι ας μη λείψει κανείς,
ω, νάτη μας προσμένει στον κόσμο η Διεθνής.

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες,
με πλάνα λόγια μας γελούν,
της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες
μοναχοί τους θα σωθούν.
Για να λείψουν πια τα δεσμά μας,
για να πάψει πια η κλεψιά,
να ιδούνε πρέπει τη γροθιά μας
και της ψυχής μας τη φωτιά.

Pεφραίν

Eμπρός, μονάχη μας ελπίδα,
είν’ η σφιγμένη μας γροθιά,
κάτω οι πολέμοι κι η πατρίδα,
ζήτω, ζήτω η λευτεριά.
κι αν θελήσουνε να δοκιμάσουν
της ψυχής μας τους κεραυνούς
να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
πως είν’ οι σφαίρες μας γι’ αυτούς.

Pεφραίν

Σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει

View original post 122 more words