καθώς θ’ ανασκαλεύετε τα πετρωμένα πια,
σημερινά κουράδια,
τα σκοτάδια των δικών μας ημερών αναξετάζοντας, ίσως
σας έρθει και για μένα να ρωτήσετε. Και ίσως
ο σοφός της εποχής, της φιλομάθειάς σας αντικρούοντας το χείμαρρο,
με την πολλή του γνώση, σας πει πως ναι, υπήρξε κι ένας τέτοιος βάρδος του
βραστού νερού και τ’αβραστου εχθρός αμείλικτος.
Προφέσσορα, βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου! Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για
τον καιρό μου και για μένα.
Είμαι λοιπόν ένας βοθροκαθαριστής και νερουλάς, εκεί
η επανάσταση με έταξε και η συνείδησή μου
στο μέτωπο επήγα να καταταχτώ – την υψηλή αφήνοντας ανθοκομία
της ποίησης,
κυράς στριμμένης,
άλλο δεν ξέρει παρά τον κήπο της να χαίρεται, και την κορούλα της και τη
βιλίτσα και τη λιμνίτσα
και τις πρασιές: “Μόνη μου τα φύτεψα, μόνη τα ποτίζω” […]
——————————–
Και μένα θα μου άρεσε – θά’ βγαινε και το παραδάκι – ρομάντζες να καθόμουν
Υπάρχουνε κραυγές που δεν τελειώνουν
μουγκανητά της γης που σείεται σα βεντάλια διαλυμένη
από κονσερβαρισμένους τυφλοπόντικες
λυγμοί σανιδιών που τα ξεκοιλιάζουν
μακριών σαν ατμομηχανή που πάει να γεννηθεί
σπασμοί εξεγερμένων δέντρων που δε θέλουνε ν’ αφήσουν να φουσκώνει ο χυμός
πιότερο απ’ όσο το μετρό δέχεται να μεταφέρει στρουθοκαμήλους
στις σήραγγές του από κακοξυρισμένο γένι
υπάρχουνε κραυγές
απ’ αράχνες βιτριολικές που καταπίνω δίχως να το καταλάβω
κοντά σ’ αυτόν τον ξεραμένο ποταμό που βγήκε μες από σωλήνα πίπας
που δεν είν’ άλλο από ρόγχος μακρύ
λιγάκι ζεστό
λιγάκι πιο γκρινιάρικο απ’ άδεια σχεδόν χύτρα
τούτος ο ποταμός που δε βλέπεις πιότερο απ’ όσο τη σκόνη όστιας
π’ ο άνεμος ανέμειξε
με τη σκόνη παπά που μοιάζει γαλαζόπετρα
και μ’ αυτήν εκκλησιάς πιο στριμμένης κι από παλιό τιρμπουσόν
διότι εσύ δεν είσαι πιότερο εκεί απ’ όσο είμ’ εγώ εκεί δίχως εσέ
εξ ου κι ο κόσμος είν’ αναμαλλιάρης
Ευρήματα πρόσφατης ανασκαφής ενός σημαντικού ανακτόρου στο εσωτερικό της μυκηναϊκής ακρόπολης.
Χρυσή ψήφος που έχει σχήμα άνθους παπύρου, ένα χάλκινο εγχειρίδιο με χρυσά καρφιά, σφραγιδόλιθος από στεατίτη με παράσταση αλόγου, δύο πήλινα πλακίδια με γραπτή διακόσμηση και οπές ανάρτησης, σπαράγματα τοιχογραφιών, ένας μεγάλος λουτήρας με το αποτύπωμα καμένου καλαθιού στο πλάι του αλλά και πλήθος κεραμικής, κυρίως κύλικες και κύπελλα που συνηθίζονταν στα συμπόσια:
I’ll wait for you in a station not yet built in that center of loneliness where condors swirl around the trains where bald babies wail loudly. You’ll come with a train no longer in service without brakes nor engineer a train that rolls among the stars. When you disembark you won’t hug me you won’t tell me I love you you’ll only raise your hand and you’ll rearrange tenderly the collar of my worn out overcoat.
Δεν ξέρω να πω τι γεωλογικά φαινόμενα έπλασαν την ομορφιά σου. Τι πιέσεις και τι εκτονώσεις, τι ανεβάσματα και κατεβάσματα και παρελεύσεις εποχών κρύου και ζέστης. Μόνο μπορώ ν’ αναταράζομαι πιασμένος όλος σε μια τρίχα ολόμαλλου θεριού, που είν’ ο χρόνος και καλπάζει.
*
ΣΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Σιωπή του κρύου στην ανηφόρα. Προχωράς και βλέπεις το χνώτο σου, Αφουγκράζεσαι την αντλία της καρδιάς σου. Και στ’ αυτιά σου ένα βουητό. Ξέχνα το μάλλινο παλτό. Αν θυσιάσεις λίγη άνεση, δεν μπαίνεις στην παγωμένη επικράτεια της ποίησης.
*
ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ
Το κρασί που περίσσεψε το έριξα στη ρίζα του δέντρου. Αυτό απόψε δεν είναι ένα ποίημα. Είναι η μακρόσυρτη φωνή του Nick. Είναι οι ουράνιοι αρπισμοί της κιθάρας του. Η μέρα που περίσσεψε και την έριξα στη ρίζα του δέντρου.
*Από τη συλλογή “Σκάρτη πραμάτεια”, εκδ. Οσελότος, Φεβρουάριος 2023.