Ένοχη, το ομολογώ. Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα. Ελαφρυντικά μου η βροχή, τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ ίσως και το κορμί σου ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε. Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο, για το ότι δεν τόλμησες δεν έμαθες δεν ρώτησες. Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ για σένα έγραψα έναν στίχο γυμνό και λυπημένο σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
Εγώ, όπως ξέρεις, διατηρούσα ακόμη την παλιά ομορφιά μου σαν από θαύμα (αλλά και με βαφές, με βότανα και με πομάδες, χυμούς λεμονιών κι αγγουρόνερο). Τρόμαζα μόνο να βλέπω στη μορφή τους το πέρασμα και των δικών μου χρόνων. Έσφιγγα τότε τους μυώνες της κοιλιάς μου, έσφιγγα μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο τα μάγουλά μου, σάμπως να στέριωνα μ’ ένα φτενό δοκάρι δυο ετοιμόρροπους τοίχους.
And I as you know I still had my former beauty
as if by a miracle (but also with tints herbs and salves
lemon juice and cucumber water) Though I was just terrified
to see in their faces
the passing of my own years At times like that I tightened