Tasos Livaditis-Poems, Volume II


     “Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους

άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με

κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην

άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον

μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-

γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα

φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω

απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το

λάλημα του πετεινού.


    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts; he only left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side

     I remembered the first night when we buried father — oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness

    forlornness and only the cracked walls made visible the horrible

silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely that I heard the other voices and when

night came the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

over my body.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s