Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Για τ’ άλλα — μήτε μάθαμε τί φταίει, ποιός φταίει. Από τα πριν τραβηγμένος ο κλήρος.
Δε μ’ άρεσαν τα τυχερά παιχνίδια, οι λοταρίες. Δεν έπαιξα ποτέ μου. Κάποτε, η μητέρα
τράβηξε στ’ όνομά μου ένα λαχνό. Μου ’πεσε τότε
ένα μεγάλο κινέζικο βάζο· — βρίσκεται ακόμη
σ’ εκείνο το δωμάτιο των αχρήστων. «Παράξενο»,
είπε η μητέρα, «να ’χει τύχη ετούτο το παιδί. Παράξενο», είπε πάλι.

«Παράξενο, παράξενο». Κι εγώ χαμογελούσα. Με τα χρόνια,
όλοι το ξέχασαν. Εγώ το θυμόμουν. «Έχω τύχη, έχω τύχη»,
έλεγα και ξανάλεγα καθώς κατέβαινα τη μέσα σκάλα, το βράδυ
ή καθώς πλάγιαζα με σβηστό φως, παρατηρώντας, κολλημένο στο τζάμι,
το ρόδινο φρύδι του νέου φεγγαριού· — «έχω τύχη, έχω τύχη». Και τότε,
ένα λεπτό κοριτσίστικο γέλιο χυνόταν σα νερό από στενόλαιμο λαγήνι
ψηλά, από κάποιο φωτισμένο παράθυρο, στο σκοτεινό θερινό κήπο.

We never learned what caused everything else, who’s fault

it was. The draw had already taken place, I never liked

lotteries and such, I never gambled. I remember mother,

once, bought a lottery ticket on my name. I won a big

Chinese vase. It’s still in the room of the useless things.

Strange, mother said, this child is lucky, strange,

she said again.

Strange, strange, and I smiled. Years later they all forgot it.

I remembered it though. I’m lucky, I’m lucky, I said again

and again as I descended the stairway at night or when I lied

down with the light turned off, observing the rosy eyebrow

of the new moon glued on the window; I’m lucky, I’m lucky.

And then a light girly laughter flowed from a narrow mouthed

pitcher like water, from a high up lighted window into the dark

                summer garden.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s