Tasos Livaditis – Poems, Volume II


     Στο βάθος, όμως, ήξερα πως κάτι το απροσδόκητο θα τα μα-

ταίωνε όλα ξαφνικά, κι όταν τους άκουγα να μιλάνε, ένιωθα σαν

να μην είχα μεγαλώσει ποτέ, τόσο ήταν αδιάφοροι (κι έπρεπε να το

προφυλάξω και κανένα μέρος δεν ήταν ασφαλές), κι όπως πήγαινα

στο δρόμο, έρημος, άπλωμα το χέρι χωρίς να `ναι κανείς, γιατί

ποιος μας λέει ότι δεν είναι κάποιος εκεί που περιμένει, τότε χτύ-

πησαν την πόρτα “πως ήρθες;” του λέω, ήταν ένα παλιός παιδικός

φίλος “έχω κάτι να τελειώσω ακόμα” είπε κι όλη τη νύχτα άκουγα

τους λυγμούς του στη διπλανή κάμαρα, γιατί είχε πεθάνει πολύ

νέος κι ήρθε να κλάψει, ώστε να τελειώσει ο προορισμός του

πάνω στη γη.


     In reality I knew that suddenly something unforeseen would had

cancelled everything and when I heard them talking I felt as if I hadn’t

grown at all so indifferent they were (and I had to protect that and

there wasn’t any safe place anywhere) and as I walked into the street

I, as desolate as ever, stretched my arm to no one because who knows

whether someone would be there waiting; then the doorbell rang “why

you returned?” I asked him; he was an old childhood friend “I still

have something to finish” he said and all night long I heard him sobbing

in the next room because he had died very young and he had come

back here to cry that his purpose on earth would be fulfilled.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s