Για τ’ άλλα — μήτε μάθαμε τί φταίει, ποιός φταίει. Από τα πριν τραβηγμένος ο κλήρος. Δε μ’ άρεσαν τα τυχερά παιχνίδια, οι λοταρίες. Δεν έπαιξα ποτέ μου. Κάποτε, η μητέρα τράβηξε στ’ όνομά μου ένα λαχνό. Μου ’πεσε τότε ένα μεγάλο κινέζικο βάζο· — βρίσκεται ακόμη σ’ εκείνο το δωμάτιο των αχρήστων. «Παράξενο», είπε η μητέρα, «να ’χει τύχη ετούτο το παιδί. Παράξενο», είπε πάλι.
«Παράξενο, παράξενο». Κι εγώ χαμογελούσα. Με τα χρόνια, όλοι το ξέχασαν. Εγώ το θυμόμουν. «Έχω τύχη, έχω τύχη», έλεγα και ξανάλεγα καθώς κατέβαινα τη μέσα σκάλα, το βράδυ ή καθώς πλάγιαζα με σβηστό φως, παρατηρώντας, κολλημένο στο τζάμι, το ρόδινο φρύδι του νέου φεγγαριού· — «έχω τύχη, έχω τύχη». Και τότε, ένα λεπτό κοριτσίστικο γέλιο χυνόταν σα νερό από στενόλαιμο λαγήνι ψηλά, από κάποιο φωτισμένο παράθυρο, στο σκοτεινό θερινό κήπο.
We never learned what caused everything else, who’s fault
it was. The draw had already taken place, I never liked
lotteries and such, I never gambled. I remember mother,
once, bought a lottery ticket on my name. I won a big
Chinese vase. It’s still in the room of the useless things.
Strange, mother said, this child is lucky, strange,
she said again.
Strange, strange, and I smiled. Years later they all forgot it.
I remembered it though. I’m lucky, I’m lucky, I said again
and again as I descended the stairway at night or when I lied
down with the light turned off, observing the rosy eyebrow
of the new moon glued on the window; I’m lucky, I’m lucky.
And then a light girly laughter flowed from a narrow mouthed
pitcher like water, from a high up lighted window into the dark
Κι οι αμαρτίες μας, για ποιο σκοπό;
To σκοτάδι στον ουρανό καθόλου δε νοιαζόταν
αν διαφωνούσαμε, ασήμαντοι ικέτες, σε κουρασμένο
ώμο ο φόβος και η αγωνία σαν τα σπουργίτια κάθισαν
στο δέντρο της πλατείας κι ο άντρας με τις πατερίτσες
γέλασε ειρωνικά στου ζαχαροπλαστείου τους πελάτες
και σήκωσε το αριστερό του χέρι σαν να `θελε να
τους πυροβολήσει, άσκοπη θρηνωδία να εκδικηθεί,
η κουκουβάγια μακρυά πέταξε, απούσα η σοφία,
μάρτυρας εικόνων περασμένων, κι ο άντρας χτύπησε
τον ίσκιο του στο χώμα και ξεφώνισε: ‘καλός είμαι,
αγνός είμαι, καθάριος σαν τον ίσκιο μου είμαι, αγνός είμαι
σαν τη σκιά μου, είμαι ο Υπεράνθρωπος!’
~ Μου αρέσουν εκείνοι που θυσιάζουν τον εαυτό τους
στη γη ώστε κάποτε να γίνει αυτή η πατρίδα
του Υπεράνθρωπου.
Witness
And of our sins, what of them?
Darkness in the sky wouldn’t bother with our pleas,
insignificant supplicants, on tired shoulders fear and anguish rest like…
Ω, αυτή η ξενιτιά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν, μες στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει· ενώ τα δάχτυλά μας δεν μπορούν πια να σφίξουν, να κρατήσουν τριγύρω στο κορμί μας ούτε καν την κουβέρτα, που ανυψώνεται μόνη, διαλύεται, φεύγει, αφήνοντάς μας ακάλυπτους μπροστά στο κενό. Και τότε η κιθάρα, κρεμασμένη στον τοίχο, ξεχασμένη από χρόνια, με χορδές σκουριασμένες, αρχίζει να τρέμει έτσι που τρέμει το σαγόνι μιας γριάς απ’ το κρύο ή απ’ το φόβο, και πρέπει να βάλεις πάνω στις χορδές την παλάμη σου, να σταματήσεις το μεταδοτικό τους ρίγος. Μα δε βρίσκεις το χέρι σου, δεν έχεις χέρι, κι ακούς μες στο στομάχι σου πως είναι το δικό σου σαγόνι που τρέμει.
Oh this alienation in our own clothes that get old
in our own skin that gets wrinkled while our fingers
cannot grip anymore cannot even wrap around our bodies
the blanket that rises by itself disappears disperses
leaving us
naked in the void And then the guitar hanging on
the wall
forgotten for years with rusted strings begins to quiver
like the jaw of an old woman quivers from cold or fear
separating wall from void of the hungry abyss down below and further out the gleaming sea splashing endless waves lapping onto the yellow sandy beach
then he raised his arm as if taking an oath as if promising to come back at another time when we’d need one to stand against the greed and gluttony of the few who comfortable and fat as they were dwelt in their satiation
the old castle that couldn’t tolerate leaders with blinkers, creaked as our hero insisted pointing to the endless abyss towards the sea
and stepping on the parapet’s edge he crossed himself over before he flew into the deliverance of emptiness