Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης.

Νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

     Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

     Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός


~Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

 να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

 να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

 τη δική τους δύση.


We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young, unshaven men, girls with breasts poking through

their blouses, birds hovered over the eternal void as if

to define its borders and the old man stood opposite

the dignitaries. His snow white beard shone, his wide open

arms invited the undesirable and he looked as if he had just

jumped off the family mirror where our dead stood next

to him, all with long, grey beards too. Flower pots and shrubs

of the square remained silent until the old man started

his discourse, the rain recommenced, birds found shelter

in the bushes, dignitaries run to the closest beer parlour

and our old man with the white beard found his comfort

in the arms of the beggar.

I like those who build the house of Übermensch and

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s