Yannis Ritsos – Poems, Selected Books


Μέ κάθε χτύπο τού ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.

Είχες ένα ψάθινο καπέλο μέ λιλά λουλούδια.

Τώρα κεί μέσα γεννάνε οι κόττες

κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στό πόδι τής καρέκλας.

Τό χιόνι θάναι κρύο, κρύο, κρύο

σάν τό ψηλό κολλάρο τού πατέρα

πού βρίσκεται από χρόνια στό σεντούκι.

Μύρισαν κιόλας τά δέντρα ναφθαλίνη.

Winter Approaches

With each tick of the clock a yellow leaf falls.

You had a straw hat with lilac flowers.

Now in there, chickens lay eggs

and a snail climbs on the leg of the chair.

The snow will be cold, cold, cold

like the high collar of our father

hidden in the chest for years.

The trees already smell of mothballs.





     Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης.

Νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

     Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

     Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός


~Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

 να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

 να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

 τη δική τους δύση.


We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young, unshaven men, girls with breasts poking through

their blouses, birds hovered over the eternal void as if

to define its borders and the old man stood opposite

the dignitaries. His snow white beard shone, his wide open

arms invited the undesirable and he looked as if he had just

jumped off the family mirror where our dead stood next

to him, all with long, grey beards too. Flower pots and shrubs

of the square remained silent until the old man started

his discourse, the rain recommenced, birds found shelter

in the bushes, dignitaries run to the closest beer parlour

and our old man with the white beard found his comfort

in the arms of the beggar.

I like those who build the house of Übermensch and

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.