Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume II, Second Edition


Every so often we get new boatloads of old men

from Peloponese and Central Hellas and

northern from Trikala, and Macedonia;

thin, heavy boned old men with white moustaches and


they smell of cow dung and soil

evening sheep bleating in their eyes

shadows of plain tree leaves hang off their hair

they talk just a little, sometime at all

yet, from time to time you see then as relatives

of spruces when they raise their eyes from the soil

and see behind our shoulders.

When evening light floods the tents

and the wind entangles its moustache on the thyme bush

when the sky descends from the rocks straddling memory

             with the boot nails of stars

and death saunters silently out of the barbwire

we see them in groups of three or five

like the old days in the powder storage rooms of Messologi.

Then, you don’t know, as they gather in the yard

        of the evening, unshaven, speechless

you can’t tell as they light their lighters

whether it is to light their cigarettes

or to fire up the fuse of the dynamite.

These old men don’t talk.

Their children joined the guerillas.

These old men hid their hearts in the mountain

like a keg of dynamite.

They have a benevolent tree next to their eyes

a strong eagle between their eyebrows

and an angry mule in their hearts;

a mule that can’t take the injustice

and now they stay here in Makronisos

in the opening of the tent, opposite the sea

like lions made of stone in the entrance of the night

with their nails stuck in the stones. They don’t talk.

They stare faraway at the reflection of Athens

they gaze at the Jordan River

holding tightly a stone in their soiled palms

clearly keeping the shells of stars in their eyes

maintaining a powerful silence in the pleats of their hearts

that silence which reigns before the thunderbolt.



Wheat Ears – Selected Poems

Limping Man

Breeze laughed between

his limping footsteps

nature’s unforgiving mistake

struggled out of the sea

in his eyes a kingdom of kindness

saintly irises captivating

a brave man’s graceful stature

with his unbalanced steps

he balances the Universe

he searches for justice

pain of the unlike

vainly danced

in the expression of man

who limped out of the light waves

glance approved the disproportional

victorious triumph

against the unjust chaos

unequal side but an unsung song

non-rhyming poem

deficient erotic verse

aching heart of a mortal

begging for analogy

in the syllable of his smile

in the word of his uplifting courage

limping man unwritten poem

ready to spring out of my mind

to complete the day’s


Good Lord, were you drunk

when you fathered him?

Good Lord, have mercy on us,

don’t drink again!


Michael Wyndham, Kate Sharpley

To Koskino


Φυλακισμένες μέρες χωρίς κατηγορία
σε ένα κελί βρώμικο
από τον ιδρώτα των μπάτσων
όπως με σφυροκοπούσαν
με γροθιές και ρόπαλα
μέχρι που η θέα του καθρέφτη γινόταν ένα σόου τρόμου
αλλά ο λοχίας χαμογέλασε
θα υπάρξουν περισσότερα απ’ τα ίδια
αν δει το «άσχημο αναρχικό μου πρόσωπο»
στους δρόμους ξανά.

Γιατί περίμεναν να συμφωνήσω στη θλίψη
και στάθηκα περήφανα μπροστά στη βασίλισσα Μαίρη
καθώς μου καρφίτσωνε τα μετάλλιά της
για τον νεκρό πατέρα μου, τον αδελφό και τον εραστή μου
που τους περίμενα για πάντα
να είναι «εύθυμοι Tommies» κι εγκάρδιοι
να πεθαίνουν από σφαίρες σε πλήρη σύγχυση
παραμορφωμένοι από μίλια αγκαθωτού σύρματος
με μπράβο και χαμόγελα
για τον βασιλιά Γεώργιο που είναι δραστήριος
αγγλοποιώντας τους γερμανικούς τίτλους του.

Έτσι πέταξα πίσω τα μετάλλια στο
κλαμένο πρόσωπο της Αυτής Μεγαλειότητος
που ήταν σαν κέρινο ομοίωμα:

“Αν σκέπτεστε τόσο πολύ γι’ αυτά, κρατήστε τα”.

Αλλά η Αγγλία η…

View original post 176 more words

Γιώργος Θέμελης, Αμίλητα πεθαίνουν

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος & Κώστας Κινδύνης, Γυρνάν αμίλητα παιδιά
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης / δίσκος: Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Αμίλητα πεθαίνουν

Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια

Όπως τα καρπερά καλοκαίρια επάνω στα δέντρα
Τα χέρια που αφήνονται χωρίς να ραγίσουν

Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια
Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα

Ύπνος βαραίνει τα δάση σκοτεινή βροχή
Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια που κλείστηκαν στην ερημιά τους
Κι αν δακρύζει για μας –ποιος ξέρει– κάποιος άγγελος
Κι αν μας θυμάται κάποιος ουρανός
Είναι για τα λουλούδια που πεθαίνουν έτσι απλά
Για τα φτωχά λουλούδια που έχασαν τη μιλιά τους

Όμως η καρδιά τους ανοίγεται σαν ένα μυστικό
Η σιωπή τους βυθίζεται μέσα στη νύχτα μας

Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post