Yannis Ritsos – Poems, Volume III


Εκείνο το «δεν εννοείς να μεγαλώσεις», είχε πάψει από καιρό να με πικραίνει —
το ’νιωθα μάλιστα, έτσι κάπως σαν προνόμιό μου — η άλλη μου όραση, η κρυφή χαρά μου. Τα χαράματα
έβγαινα μόνη μες στην εύπιστη δροσιά του κήπου. Καθόμουν
και κοίταζα ώρες τα πουλιά.
Πολύ συχνά, κάποιο σπουργίτι
κατέβαινε στη γη και περπατούσε αστεία, μιμούμενο με ακρίβεια
τα κορίτσια στο πρώτο ραντεβού τους· — δεν το ’πα στα κορίτσια
μη και θυμώσουν με όλα τα πουλιά· παρότι πολύ το λαχταρούσα
ν’ ανακοινώσω αυτή την ανακάλυψή μου, ή κι αποκάλυψη μπορείς να πεις —γιατί όχι;—
έτσι πίστευα τότε (ίσως και τώρα·) — κάτι τέτοια ασήμαντα πράγματα
φτιάχνουν καμιά φορά το πρόσωπό μας και τον κόσμο, — έτσι δεν είναι;

That phrase, you don’t mean to grow up didn’t embitter me


I even felt it as my privilege, my second vision, my secret

joy. At dawn I used to go out to the believable freshness of

the garden. I sat and looked at the birds for hours. Quite often

a sparrow would come and saunter in a funny way, mimicking

accurately the girls on their first date. I never said it to the girls

so they wouldn’t get angry with the birds, although I felt so

strongly to announce that discovery, revelation, you could say,

why not? I believed that back then (perhaps even now), some

insignificant things like these make up our faces and the world,

isn’t that right?


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s