Constantine P. Cavafy – Poems

CRAFTSMAN OF WINE BOWLS

On this wine bowl,    made of pure silver 

for the house of Heracleides,

where excellent taste    reigns—

look, here are elegant flowers    and streams and thyme,

and in the middle I placed    a beautiful young man,

naked, erotic;    he still has one of his calves

in the water—.    I prayed, Oh Memory,

to find you as my best    helper, so that I might make

the face of the young man    I loved as it was.

It was very difficult though    as it has been

almost fifteen years   since the day

he fell, a soldier,    in the defeat at Magnesia.

https://www.amazon.com/dp/1723961833

Δημήτρης Τρωαδίτης, λόγια

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

14721441_552312724967248_5091544142646672812_n

……………………..
λόγια σιωπηλά
λόγια ανεπαίσθητα
λόγια σε χαραγμένα γράμματα
λόγια σε χείλη αθώα
λόγια αδιάντροπα
λόγια σε ερείπια
λόγια σε κλειστούς δρόμους
λόγια σε γκρεμούς
λόγια σε πλάνες
λόγια σε προσμονές
λόγια σε όνειρα
λόγια σε ώρες αιχμής
λόγια σε ώρα ανάγκης
λόγια σε πίκρες
λόγια σε μισεμούς
λόγια σε εμπαιγμούς
λόγια σε καρδιές
λόγια σε ψυχές
λόγια σε σκιές φλύαρες
λόγια σε βραδινές εξορμήσεις
λόγια σε πλημμύρες
λόγια σε κρύσταλλα
λόγια σε μελωδίες
λόγια σε αγνότητες
λόγια σε όρθρους φευγάτους
λόγια σε ανταύγειες
λόγια σε σεπτές μυσταγωγίες
……………………….

View original post

Wheat Ears – Selected Poems

Sunrise

Suddenly it was sunrise

a new day

full of vigor and stamina

all comrades woke staring

at each other, counting bodies

that moved instead of the motionless,

let them be cursed  

let them keep away from us;

then the sergeant came

and called our names

it wasn’t strange that we answered

except the dead laid in the ditch

in gray sacks like rotten potatoes

no one dared deal with

and the sun, unerring

overlooking, stood high up

in the horizon like a mother

who counted one by one her children

she hid her eyes from

this unspeakable spectacle

then a moment

of silence was called for

the ones who could no longer breathe

https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Yannis Ritsos – Poems, Volume III

12

Judgement Hour

So many dead people

while they’re alive.

So many alive

while they’re dead.


You sit on the chair

you count your buttons.

To whom do you belong?

Who are you?

What are you doing?

https://www.amazon.com/dp/B096TLBNFK

Katerina Anghelaki Rooke, Selected Poems

V

Finally, could it be

an unfamiliar mechanism

or shall we remember the beginning

as we return to the exit?

Perhaps like the water,

the soil, the sperm, necessary things,

which because of their exaggeration

they might choke you,

you die

when your life becomes excessive?

The young man laughed

and it was like all His promises

in a moment of weakness

God

looked at him.

https://www.amazon.com/dp/1926763521

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

ΣΕ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ

Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο
απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς
για να μη βουλιάξεις
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες
και άλλα πολλά
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει
διπλωμένος στα δύο
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.

*

ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ

Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού
σκυφτή κι ασάνδαλη
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες
αφού τίποτα δεν υπάρχει.
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.
Και δεν μαθαίνουν ποτέ
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα
που κατεβαίνει…

View original post 71 more words

Γιώργος Θέμελης: Οι απόντες απ’ το δείπνο (III)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Οι απόντες]

Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο
Φωτοσκιάσεις

Οι απόντες απ’ το δείπνο

III

Σαν τα πουλιά που πιάστηκαν
Στους χιονισμένους κήπους του θανάτου,
Μετρούν τους κύκλους των, τους ήλιους που βασιλεύουν.

Όσοι αγάπησαν και δεν αγαπήθηκαν.

Όσοι πείνασαν και δίψασαν
Τον εαυτό τους, την ψυχή τους.

Δόθηκαν και δεν ανταποδόθηκαν,
Απογυμνώθηκαν και δεν ντυθήκαν.

Γυμνοί, λιπόσαρκοι και σταυρωμένοι.

Ανάμεσά τους ο άλλος εκείνος,
Άγνωστος, έρημος, σαν ένας από μας.
Ένας ζητιάνος του θανάτου,
Με το καλάμι του, με το σκοινί του.

Ο πιο νεκρός, ο πιο γυμνός.

Από τη συλλογή Έξοδος (1968) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post

Yannis Ritsos – Poems, Volume II

ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA

(Απόσπασμα-Excerpt XXXΙΙ)

Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα,
όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα,
αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται
επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα.
Αυτά
που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως
να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά
είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.

Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους
και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο,
το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο
το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα,
δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα
θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.

I have often discerned faces of dead persons, scratched,

not bloodied anymore, very pale though, sinful, indifferent,

that sit over their frozen, golden mask.

These,

who had suffered a lot and had lied a lot (in order to avoid,

perhaps, to disclose their suffering), I believe these are

the faces of Saints.

Ah, don’t think that I praise these so I can be in their

company, not at all. I just confess. I haven’t retained any

sainthood, humbleness, or lies. I ripped and threw 

the mask in front of your feet; I didn’t perforated it,

I didn’t cover it with my face. Yet I’d like to repeat:

I don’t believe in sainthood before the sin.

https://www.amazon.com/dp/B0851M9LTV

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

POEM BY CHLOE KOUTSOUBELIS

THE TICKET

I purchased a train ticket

to come and find you.

So simple to get onto a train

with the operator, the money collector, other passengers

rails touching the ground

and all stops pre-announced.

I forgot how black the train of love is.

It burns coal and every hope

with a blind eye and a gaping mouth

an orchid engine forever hungry

it groans rhythmically

like a gigantic serpent

in and out the fearful tunnels. 

I forgot how lonely the train of love is.

The inspector often

validates the tickets

and the money collector

a wax resemblance

always waiting at the station.

I purchased a train ticket

to come and find you.

As if I didn’t know the voyage is always the same

and who to look for in the deserted station.

https://www.amazon.com/dp/B0C5P9TVZ6

Γιώργος Θέμελης, Ήθελα να ’σουν

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]

Ήθελα να ’σουν

Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου.

Να ’σουνα πράγμα να μου ανήκεις
Μες στην ακέρια σου ομορφιά,
Όπως η ακατάτμητή μου θλίψη.

Καθρέφτης μου να σε μαθαίνω,
Και πράγμα μου να σε κρατώ.

Να ’σουνα πράγμα μου: το πράγμα
Το πιο ακριβό, το πιο θαμμένο
Μες στην αγάπη μου, μέσα στην κρύπτη.

Μέσα στα μάτια μου να σ’ έχω.

Ήλιος τη μέρα, άστρο τη νύχτα,
Φεγγάρι μου στη μοναξιά.

Το κάθισμα να ’σουν που κάθομαι, το μαξιλάρι,
Το φυλαχτό μου στον λαιμό, το τίμιο ξύλο.

Στα όνειρά μου ουράνιο τόξο.

Και πέτρα στον θάνατο, πέτρα μου,
Πέτρα μητρική.

Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου…

Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post