Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Kι υποσχεθήκαμε ποτέ να μην τον αρνηθούμε

ούτε μια νύχτα, ούτε μια μέρα ή μια στιγμή

μήτε κι ακόμα όταν μιλούσε στο δέντρο που μόλις

είχαν κόψει ή στα πανάρχαια φαντάσματα

που πέταγαν συχνά μες στην ψυχή μας.

     Αστέρευτη η σιτοδεία βασίλισα της πείνας μας

αργά που εκύλησε η παιδική μας αθωότη σαν πάνω

στο υγρό καλντερίμι, και το μόνο που του ζητήσαμε

τη διδαχή να συνεχίσει και τ’ αρέσαμε που εδιαλέξαμε

θρύμματα να γίνουμε να μας φυσήξει ο αγέρας Του

στην αντιπέρα όχθη να περάσουμε. Τ’ αρέσαμε που

όλα τα περιφρονήσαμε ακόμα και το μυστήριο

της θυσία μας κι ο Υπεράνθρωπος εγέλασε κι είπε,

όλα καλά.’


And we promised never to deny Him not even

for a night or day, not for a single moment, even

when He spoke to the fallen tree or to those ancient

ghosts that often passed through our minds.

Endless famine of our race, queen of our bellies,

slowly crawled on wet cobblestones like our childish

innocence and we asked Him to continue His teaching

and He liked us because we chose to be scattered

into innumerable pieces that the wind may blow us

to the opposite shore. He liked us, because

we disdained everything even the secret for our

sacrifice. Übermensch smiled and said,

it was all good.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s