Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα λευκές…
Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)
[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]
Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου
Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους
Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.
***
Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.
Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες. Με τι όνομα να σε…
Ο μοναδικός ζωντανός οργανισμός που επιβιώνει από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας μέχρι σήμερα!
Tην Ελιά της Όρσας την είχε φυτέψει ένας πολύ μεγάλος βασιλιάς, ο Στράτος, γι΄αυτό και είναι η πιο μεγάλη και η πιο παλιά του νησιού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Στη Σαλαμίνα, στην Κοινότητα Αιαντείου, υπάρχει μια γέρικη, πολύ μεγάλη ελιά, γνωστή ως «Ελιά της Όρσας». Πρόσφατα το δέντρο χρονολογήθηκε από τους ειδικούς του Ινστιτούτου Klorane, στα πλαίσια της αναζήτησης και βράβευσης των αρχαίων ελαιοδένδρων στην Ελλάδα, οι οποίοι υπολόγισαν πως η ηλικία του είναι 2.500 χρόνια. Ο φιλόλογος-λαογράφος κ. Παναγιώτης Βελτανισιάν και ο Αναπληρωτής Καθηγητής της Φαρμακευτικής Σχολής Αθηνών κ. Προκόπης Μαγιάτης μας μίλησαν για την ιστορία της.
Κάβοι και κόλποι
Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα
Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει
Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
Να πορεύονται
Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής Και…
Θέλω να βρεθούμε για να μη ξεχάσω πως κάποτε υπήρξαμε κάτω από τον ίδιο ουρανό μάρτυρες σε αυτή τη μαζική λιγοθυμία των δύο χιλιάδων κάτι χρόνων στους ίδιους δρόμους της πόλης που στενάζει.
Θέλω να βρεθούμε στα στενά που φοβάμαι να διασχίσω στα σπίτια από κάτω των εξαντλημένων γυναικών, των επαναλαμβανόμενων ανδρών, μπροστά από πόρτες που δεν θα ανοίξουν ποτέ για να φανερωθούν τα πρόσωπα των έμφυλων άφυλων με την υπόθεση –τι θα γινόταν αν- καρφωμένη στο κούτελο τρέξε να βρεθούμε στο στενό με τους κινέζους που δουλεύουν για λευκούς εκεί που μαζεύονται οι άραβες και μιλάνε πολύ και δεν καταλαβαίνουμε τι λένε στα μαγικά σημεία που συχνάζουν τα γατιά που έχουν βρει το νόημα της ζωής και είναι πάντα ζεστά με τη γούνα τους μέσα στη γούνα τους χωρίς οθόνες όλα όμορφα πίσω από όμορφα ακόμα κι αν είναι άσχημα, στις πίσω πόρτες ακριβών εστιατορίων όπου οι σερβιτόρες κάνουν…