Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Sophia Kolotouros

HEAVENLY ATTRACTION

I revolve around you

or you around me

the attraction

isn’t but mutual

yet I’m afraid

that the complete return to yourself

is of more importance to you

I have no other solution

I become a meteorite and I destroy you

I only wanted to come near you

https://www.amazon.com/dp/1926763513

Κώστας Μπραβάκης, Ποιήματα

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές…

View original post 327 more words

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume II, Second Edition

ABSENCE

He held the shadow of his hands in his hands.

It was a calm night, others couldn’t see that he was holding

            his shadow.

He empowered the night. He was careful. He paid more

            attention to others than to himself.

The sea still searched for his eyes. He was absent.

A little girl was buttoning her coat slowly;

he was looking elsewhere as he enjoyed the great

           distance.

Perhaps a skylight was opened up high in the starlight which

was flooding the olive tree grove and the burnt up houses.

He was listening to the butterfly that returned into the glass

           of the All Souls Saturday

and to the fisherman’s daughter who was grinding the quietness

           of the coffee.

https://www.amazon.com/dp/B0851M9LTV

Wheat Ears – Selected Poems

Second Canto

As the new language of despair

formulates new gothic phrases

I start filling my canvas with dark

red carts carrying cadavers

lonely crosses to the mountain peak

remainders of her flattened breast

finches firmly discolored amid the

shadow of magnolia leaves

orphan sound of a lyre’s suffering

scolds dawn when quietness

amplifies the petty and stingy Where

in hell is a grand goal to be followed?

Where in hell is a maimed soldier

to be consoled? Who the devil will keep a

black-veiled widow company

through dark hours of her

soul’s nightmare? Nothing reveals

a snip of shredded light other than

indifference of the neighbor who

trims junipers with a deep

satisfaction of sedentary life stitched

on his t-shirt’s nonsense logo and

what’s left for old Death to do

but toy with the ladybug

on His hand and enjoy

a disjointed farce of the eminent

teen who thinks He knows

everything? Are they not all alike?

The last hurrah comes from hedging

trees and withering hibiscus asserting:

we can do better

https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Γιώργος Θέμελης, Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους

Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.

***

Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.

Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες.
Με τι όνομα να σε…

View original post 251 more words

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume III

Waking Up

Who was the one who slept early and just woke up

floating amid the hanging plane tree branches,

between two big wide open windows and the cicadas,

beyond time, forgotten, forgetting

listening to the sudden thud of the bucket in the courtyard

looking at the cart-man, with his horse, climbing up the sky?

The voice of the hotel woman down below is stiffened

by the loud chirps of birds. The sound of the broom pushing

the leaves off the marble stairs. They all move higher, higher:

doors, water pitchers, baskets. Hands have the first startle

of Adam and Eve. Children, born today, have one

light-blue eyebrow and one golden.

https://www.amazon.com/dp/B096TLBNFK

Η «Ελιά της Όρσας»: Ένα δέντρο 2500 ετών στη Σαλαμίνα

ellas's avatarΕΛΛΑΣ

Ο μοναδικός ζωντανός οργανισμός που επιβιώνει από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας μέχρι σήμερα!

Tην Ελιά της Όρσας την είχε φυτέψει ένας πολύ μεγάλος βασιλιάς, ο Στράτος, γι΄αυτό και είναι η πιο μεγάλη και η πιο παλιά του νησιού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Στη Σαλαμίνα, στην Κοινότητα Αιαντείου, υπάρχει μια γέρικη, πολύ μεγάλη ελιά, γνωστή ως «Ελιά της Όρσας». Πρόσφατα το δέντρο χρονολογήθηκε από τους ειδικούς του Ινστιτούτου Klorane, στα πλαίσια της αναζήτησης και βράβευσης των αρχαίων ελαιοδένδρων στην Ελλάδα, οι οποίοι υπολόγισαν πως η ηλικία του είναι 2.500 χρόνια. Ο φιλόλογος-λαογράφος κ. Παναγιώτης Βελτανισιάν και ο Αναπληρωτής Καθηγητής της Φαρμακευτικής Σχολής Αθηνών κ. Προκόπης Μαγιάτης μας μίλησαν για την ιστορία της.

View original post 1,154 more words

Tasos Livaditis – Poems, Volume II

ΥΠΟΠΤΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ

      Ίσως όμως και να `ταν ένα πρόσωπο φανταστικό, γι’ αυτό

και περισσότερο επικίνδυνο, τον συναντούσα στο διάδρομο ή

πίσω απ’ τα νοσοκομεία, την πρωτη φορά έκανε πως δε με γνώριζε

“Ιωάννη” του λέω “δεν κρεμαστήκαμε μαζί;” — από τότε έχω πά-

ντα μιαν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή,

      όπως εκείνο που θα μας συντρίψει είναι μια λεπτομέρεια που

πέρασε απαρατήρητη — και θα `ρθει η ώρα κάποτε να τη θυμη-

θούμε.

SUSPICIOUS ENCOUNTERS

       Perhaps he was an imaginary person and for this reason more

dangerous; I would meet him in the hallway or behind the hospitals;

the first time he pretended he didn’t know me “John” I said to him,

“didn’t we get hanged together?”— since then I am of a different  

than my true age

       like what will shutter us is a detail that has gone unnoticed —

and time will come when we’ll remember of it.

https://www.amazon.com/dp/1926763564

Γιώργος Θέμελης, Ο γυρισμός

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Έκτη ραψωδία

Ο γυρισμός

Κάβοι και κόλποι
Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα

Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει

Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
Να πορεύονται
Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής
Και…

View original post 158 more words

Αντιγόνη Ηλιάδη, Πρόσκληση / Invitation

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

Θέλω να βρεθούμε
για να μη ξεχάσω πως κάποτε υπήρξαμε
κάτω από τον ίδιο ουρανό
μάρτυρες σε αυτή τη μαζική λιγοθυμία
των δύο χιλιάδων κάτι χρόνων
στους ίδιους δρόμους της πόλης που στενάζει.

Θέλω να βρεθούμε στα στενά που φοβάμαι να διασχίσω
στα σπίτια από κάτω των εξαντλημένων γυναικών, των επαναλαμβανόμενων ανδρών,
μπροστά από πόρτες που δεν θα ανοίξουν ποτέ για να φανερωθούν
τα πρόσωπα των έμφυλων άφυλων με την υπόθεση –τι θα γινόταν αν- καρφωμένη στο κούτελο
τρέξε να βρεθούμε στο στενό με τους κινέζους που δουλεύουν για λευκούς
εκεί που μαζεύονται οι άραβες και μιλάνε πολύ και δεν καταλαβαίνουμε τι λένε
στα μαγικά σημεία που συχνάζουν
τα γατιά που έχουν βρει το νόημα της ζωής
και είναι πάντα ζεστά με τη γούνα τους μέσα στη γούνα τους
χωρίς οθόνες
όλα όμορφα πίσω από όμορφα ακόμα κι αν είναι άσχημα,
στις πίσω πόρτες ακριβών εστιατορίων
όπου οι σερβιτόρες κάνουν…

View original post 2,415 more words