Constantine P. Cavafy – Poems

ΝΟΗΣΙΣ

Τα χρόνια της νεότητος μου, ο ηδονικός μου βίος—

πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημα των.

Τί μεταμέλειες περιττές, τί μάταιες…

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο

μορφόνονταν βουλές της ποιήσεως μου,

σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κι η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.

Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω

διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.

UNDERSTANDING

The years of my early adulthood, my sensual life—

how clearly I see their meaning now.

What useless repentance, what futile…

But then I could not see what they meant.

In the dissolute life of my early adulthood

designs of my poetry took form,

the scope of my art got outlined.

For that reason the repentance was never strong.

And my decisions to restrain myself, to change

most of the time lasted only two weeks.

https://www.amazon.com/dp/1723961833

Γιώργος Θέμελης, Βήματα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Yanni, Mother Night

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Βήματα

Μερικά βήματα στην όχθη της θάλασσας
Λίγ’ αστέρια αναμμένα στο μέτωπο
Κ’ ένα φεγγάρι

Ερειπωμένα ταξίδια
Σκελετωμένα πουλιά
Ανάμεσα στον καθρέφτη και το παράθυρο

Κάτι θυμόμαστε. Κάτι περιμένουμε κοιτάζοντας τους γλάρους.

Τα παιδιά παίζουν. Τα νερά κυλούν. Τ’ άλογα τρέχουν.

***

Αύριο το πρωί θ’ αλλάξει ο καιρός θα φρεσκάρει
Αύριο το πρωί θ’ ανοίξει τον ουρανό ένας άγγελος
Και θα μας πει καλη – μέρα ξαφνιάζοντας τον ύπνο μας

Η μοναξιά μας θα ξεσκεπάσει το πρόσωπο και θα βάλει λουλούδια
Παντού στις λυπημένες γωνίες και στα σχισμένα χείλη

Οι νεκροί μας θα σηκωθούν μες απ’ τις θήκες τους
Να ξανακάμουν το δρόμο τους κάτ’ απ’ τον άνεμο

Αγαπημένα χέρια ανθισμένα χαμόγελα που έχουν παγώσει.

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post

Natasa Sardzoska, Χαρτογραφία της φωτιάς

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

δεν είμαστε πουθενά
δεν πάμε πουθενά
δεν ερχόμαστε από κάπου
είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο
αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεοροδρομίου
ακούμε κρυφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους
καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομένων μετρό
τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει
οι πτήσεις αναβλήθηκαν
οι μέρες μετατέθηκαν
για ποτέ ξανά

το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας
στις άκρες των μυαλών μας
τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα
τα λαρύγκια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο
στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας
υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα
γκρεμοί στο στέρνο μας
φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή
στον πεντακάθαρο ουρανό
που δεν καλύπτει κάποια γη

φεύγουμε μετά τις σκιές μας
πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε
σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη
σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια
νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες
χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας
σπασμένοι χάρτες στα γόνατά μας
φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους…

View original post 72 more words

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books

Υποβάθμιση

Πόσα καί πόσα πράγματα μαζεύτηκαν—ανθοδοχεία, σταχτοδοχεία,

πίνακες, πορσελάνες, μάσκες, αγαλμάτια, κρύσταλλα—τό `να σκεπάζει

         τ’ άλλο

κρύβονται, πνίγονται, πλημμύρισε τό σπίτι, κλείνουν

τίς πόρτες, τά παράθυρα ώς τή μέση, εμποδίζουν τή θέα,

εμποδίζουν τήν κίνηση, τόν ύπνο—καθρέφτες, ντουλάπες, μπαούλα

       βαλίτσες—

χαθήκαν καί τά πιότερα κλειδιά, μαζί κι η διάθεση νά τά ξανακοιτάξεις

νά τά συγκρίνεις, νά διαλέξεις κάποιο, νά τό βάλεις στό τραπέζι,

σέ πρώτο πλάνο, γιά μελέτη ή κι αναπόληση. Μονάχα

μιά λυπημένη επιείκεια γιά όλα καί όλους σού μένει

ιδίως τ’ απογεύματα, όταν βρέχει, κι ένα λευκό, μακρύ, στιλπνό σκουλήκι,

χωρίς μάτια καί στόμα, ανηφορίζει αργόπρεπα στό σταχτή τοίχο

καί δέν καταλαβαίνεις ποιό `ναι τό κεφάλι του καί ποιά η ουρά του. Κι

       όμως

απ’ τό πέρασμα αυτού τού σκουληκιού, όταν σβήνουν τά φώτα, φωσφορίζει

ψηλά στήν οροφή μιά μεγάλη ασημένια γραμμή πού συνεχίζεται κι έξω απ’

        τό σπίτι,

πιό πέρα απ’ τά τεράστια γκαράζ, πιό πέρα απ’ τήν πόλη, πιό πέρα κι απ’

         τό θάνατο ίσως.

Degradation

So many things gathered – flower vases, ashtrays, paintings,

porcelain masks, small statues, crystals – one covering

           the other –

they hide, they get choked, the house got flooded, the doors

are blocked, the windows to the middle; they obstruct the view,

they hinder the movement, the sleep – mirrors, closets, chests,

          suitcases –

the most important keys are lost along with the desire to look for them

to re-examine them, to choose one and place it on the table,

in a prominent place, to study it or for recollection. Only

a sorrowful leniency for everything and for everyone is left in you,

especially in the afternoons, when it rains and a white, long,

smooth worm, without eyes and mouth, goes up the gray wall

and you don’t discern which is its head and which its tail.

          Nevertheless

from this worm’s passing, when the lights go out, a long silver line

phosphorescence on the roof peak continuing beyond

          the house,

further away from the huge garages, further from the city, perhaps

further from death.

https://www.amazon.com/dp/1926763076

Titos Patrikios – Selected Poems

THE DRESSED AND THE NAKED

I don’t know whether you can laugh

or you can feel sorry for those

who have lost their power.

Perhaps sorrow fits better

as they go about miserable

trying to find something to put on

and cover their nakedness.

Or perhaps you need to always

be afraid of them, ready as they are,

soon as they take care of themselves

soon as they wear a suitable suit

they might grab the reigns again.

https://www.amazon.com/dp/B08L1TJNNF

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η φωτεινή σιωπή

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Julia Fischer plays Antonio Vivaldi‘s Summer (from The four seasons)

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Η φωτεινή σιωπή

Η φωτεινή σιωπή
Σταλάζει
Από τα χείλη της πρωίας

Ένα γέλιο κατρακυλά
Μικρό χαλίκι

Λουλούδια
Και πάλι λουλούδια

Σε κάθε λουλούδι
Ένα βιολί

Κρατούμε στα χέρια μας
Την καρδιά των κοριτσιών

Ωραίο κουτί

Του ήλιου θύμηση
Θρεμμένη
Με των πουλιών τα κρύσταλλα

Και με το πάθος των εποχών

Ένα σπιρούνι
Στην πλαγιά του ανέμου

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Kiki Dimoula

VOID

With our sense a slingshot

we slaughter the possibility

of our salvation

the collected experience carries the sin

the past drizzles

the hatred of fleeting inside us

Now the unaccomplished falls upon us

like the tempest

and we bathe in melancholy

as we wake up

to the merciless stress of the need

https://www.amazon.com/dp/1926763513

Χάρτες 333 ετών του Αιγαίου ενώθηκαν στο Τελλόγλειο Ίδρυμα

ellas's avatarΕΛΛΑΣ

Ανήκουν σε συλλογές του ΑΠΘ και του γαλλικού υπουργείου Άμυνας.

«Δίχως χάρτη δεν πας πουθενά!». Το επίκαιρο αυτό μήνυμα για τη διαχείριση των γεωπολιτικών προκλήσεων και κινδύνων ανέδειξε η μελέτη ιστορικών χαρτών του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, που δημιουργήθηκαν πριν από τρεις αιώνες κατ’ εντολή του Λουδοβίκου ΙΔ’ της Γαλλίας.

View original post 766 more words

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙ. Μεσονύχτιο)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙ. Μεσονύχτιο

Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζεις.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.

Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα τους.

Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ’ ένα τραπέζι:
Να σκύβει και να σιωπά – να πίνει και να καπνίζει.
Μπορεί να εξαφανιστεί απ’ το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.

Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ’ όλα ταύτα, δεν μπορείς
Να ξεφύγεις, σε τραβούν μαζί με τον…

View original post 89 more words

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume II, Second Edition

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume II

ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA

(Απόσπασμα-Excerpt XIX)

Τότε
δε μου χρειάζεται διόλου να πετάξω,
εκεί, στο ύψος του ονείρου και της τελικής μου θέλησης, μόνη με μένα,
απαλλαγμένη από μένα, χωρισμένη
απ τα ξέχωρα δικά μου, ενωμένη με τον κόσμο. Και τα σκοινιά που με δέναν
στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό, κομμένα,
φτερά τώρα κι εκείνα, — να τ’ ακούω ν’ ανεμίζουν
και οι άκρες τους ν’ αγγίζουν μαλακά τον ουρανό και το χώμα —

Then, I don’t need to fly at all, there, to the height

of my last dream and my last wish, alone all alone,

freed of myself, separated from my special things

and united with the world. And the ropes that tied

my hands, legs, neck are cut, as if they were wings

too, and I hear them flutter and their edges touch

the sky and the soil softly.

https://www.amazon.com/dp/B0851M9LTV