δεν είμαστε πουθενά δεν πάμε πουθενά δεν ερχόμαστε από κάπου είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεοροδρομίου ακούμε κρυφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομένων μετρό τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει οι πτήσεις αναβλήθηκαν οι μέρες μετατέθηκαν για ποτέ ξανά
το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας στις άκρες των μυαλών μας τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα τα λαρύγκια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα γκρεμοί στο στέρνο μας φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή στον πεντακάθαρο ουρανό που δεν καλύπτει κάποια γη
φεύγουμε μετά τις σκιές μας πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας σπασμένοι χάρτες στα γόνατά μας φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους…
Ανήκουν σε συλλογές του ΑΠΘ και του γαλλικού υπουργείου Άμυνας.
«Δίχως χάρτη δεν πας πουθενά!». Το επίκαιρο αυτό μήνυμα για τη διαχείριση των γεωπολιτικών προκλήσεων και κινδύνων ανέδειξε η μελέτη ιστορικών χαρτών του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, που δημιουργήθηκαν πριν από τρεις αιώνες κατ’ εντολή του Λουδοβίκου ΙΔ’ της Γαλλίας.
Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζεις.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.
Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα τους.
Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ’ ένα τραπέζι:
Να σκύβει και να σιωπά – να πίνει και να καπνίζει.
Μπορεί να εξαφανιστεί απ’ το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.
Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ’ όλα ταύτα, δεν μπορείς Να ξεφύγεις, σε τραβούν μαζί με τον…
Τότε δε μου χρειάζεται διόλου να πετάξω, εκεί, στο ύψος του ονείρου και της τελικής μου θέλησης, μόνη με μένα, απαλλαγμένη από μένα, χωρισμένη απ τα ξέχωρα δικά μου, ενωμένη με τον κόσμο. Και τα σκοινιά που με δέναν στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό, κομμένα, φτερά τώρα κι εκείνα, — να τ’ ακούω ν’ ανεμίζουν και οι άκρες τους ν’ αγγίζουν μαλακά τον ουρανό και το χώμα —
Then, I don’t need to fly at all, there, to the height
of my last dream and my last wish, alone all alone,
freed of myself, separated from my special things
and united with the world. And the ropes that tied
my hands, legs, neck are cut, as if they were wings
too, and I hear them flutter and their edges touch